Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Η Αποπλάνηση των Κοσμικών Αισθήσεων


Η φωνή των ανέραστων ψυχρών
χάνεται στην ηχώ
καθώς καλούν
τη γνώση της ευτυχίας

εκείνη, λυσσόδηκτη
στο σταυρό αιμορραγγεί
ίαμα η ίδια
για τις πληγές του κόσμου

κάποτε ήταν πλασμένοι
να στέκουν ορθοί
καθώς υψώνονταν

τώρα έρπουν στο χώμα
και νοσταλγούν τον ουρανό

η λογική, δικαστής
μάς καταδίκασε
σε κυκλική αποπλάνηση
του κοσμικού εαυτού μας

ανθρωπόμορφα θεριά
που τώρα τον ήλιο ικευτεύουν
να κρατήσει αιώνια
την απόλυτη κυριαρχία του
στο μισοσβησμένο ουρανό

τώρα που καταφθάνει δριμύ
το ψυχρό σκότος

απομένει ένας μέγας θυμός
έτοιμος να βεβηλώσει
ό,τι έχει φέρει η γένεσης
του εκπολιτισμένου σκοταδισμού

η εμπνευσμένη μούσα
θυσιάζει τον οίστρο
του ρομαντισμού
κ' η ευλογία βλαστημά
τα θεϊκά του χέρια

στέκεται ψηλά
μόνος του
ο θεός σαστίζει
και την έγνοια του δημιουργού
αποστρέφεται

αυταπάτες τρελών προφητών
η ανάσταση του νεκρού βασιλιά

θεία μητέρα των πάντων
μπορείς τώρα να μοιρολογήσεις
το λαβωμένο χαμό
των μεγαλόχαρα πλασμένων

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

e così si addormentò...


Κι έτσι αποκοιμήθηκε
σιωπηλή
σα να μην έφτανε
η ώρα που ζητούσε
μ' έναν ύπνο βαθύ
κι ατάραχο
ακόμα βαρύτερο
κι από του σκοτωμένου
που τη μορφή του απαθανάτισε
αιώνες πριν
κάποιος φιλόδοξος τεχνίτης
σ' ένα άγαλμα του μουσείου
που για καιρό τώρα
το κοιτούσε
και σαν το νεκρό γιο της
το πονούσε

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Έρως Αθάνατος


Ένας παλιός Έρωτας
χτεσινό κατεστημένο
σήκωσε στους ώμους του
τη δακρύβρεχτη ταφόπλακά του
και κίνησε να ξεθαφτεί
απ’ τις θύμησες του ανθρώπου

για καιρό πολύ
ήταν κλεισμένος στο μνήμα
ο Αθάνατος  
με τις ακαφκάλωτες πληγές

τίποτα στη ρημαγμένη όψη του
δε θύμιζε το παλιό
ακτινοβόλο παρουσιαστικό του

εκείνος ο λαμπρός Έρωτας
στην καταχνιά του τάφου
είχε ολότελα σκοτεινιάσει
και λόγο γλυκό 
δεν είχε να πει για κανέναν

μονάχα πικραμένα χαμογελούσε
αν κάποιος παλιός
γνώριμος πόθος του
εγκάρδια τον ρωτούσε:
μα καλά, εσένα ακόμα τι σε ξεσηκώνει;

τι να γυρεύει ετούτος
ο κουρελής Έρωτας
ανάμεσα στους ερωτευμένους
και προς τα πού να κοιτάζει
με το θολό βλέμμα του;

μια σκέψη περνά απ’ το μυαλό του
μια σκέψη έκανε το χέρι του να ξεθαρρέψει
και τη χορδή στο τόξο του να τεντώσει

μια σκέψη ιλαρή
πέρασε απ’ το μυαλό του
και το βέλος
περνά απ’ την καρδιά του

σε μια τέτοια πράξη
καθάρια ερωτική!
έσμιξε ο Αθάνατος
το κορμί του
με το θάνατο  

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Το Πάθος και η Ανάγκη



Αν η ανάγκη
το πάθος δεν κυριεύει

το πάθος
ανάγκη δε θα γίνεται
και στ’ απόνερα θα γυρεύει
την ξαναμμένη δίψα του
αιώνια ν’ αποσβένει

τα σταυροδρόμια των περιπλανήσεων
πάντα στους ίδιους ξεχασμένους
κι απόμερους τόπους θα καταλήγουν
παραπλανώντας σύσσωμες
όλες τις πέντε αισθήσεις

πότε η ανάγκη του πάθους
θα υποκλιθεί
στο πάθος για νέες ανάγκες;

στ’ απόνερα ξεδίψασαν
τα ξεραμένα στόματά τους
με τα λαχταριστά τους σώματα
να παραμένουν
απομεινάρια των πτωμάτων

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Μητέρα του Ανθρώπου


μητέρα ζυγώνει ο καιρός
που θα τινάξεις τον κουρνιαχτό
από τα πόδια σου 

με την παλίρροια 
απ' τα εσώψυχα ν' ανεβαίνει 
ως τις κόρες των ματιών σου
ολοζωής κι ανά τον κόσμο
όσια κι ιερή η μήτρα σου

γονιμοποιούσες την πεμπτουσία 
του ανθρώπου 

κι αυτή φερμένη στο φως
ως πρώτη κόρη του ανθρώπου
τις ετοιμόρροπες φτερούγες
του έκπτωτου αγγέλου αναστηλώνει

ο καθρέπτης
που σ’ απεικόνιζε μηχανικά
με πάταγο
το είδωλό σου σπάζει

είναι που ελλοχεύει
στις στροφές των αιώνων
η εσχατιά του χρόνου
κι έπαψες να υπάρχεις

εγκλωβισμένη στους εραστές σου Μητέρα
μ’ αδροσύνη
τους μεσσίες μου γεννοβολούσες

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Στο Φως


Στο φως
τρεμοσβήνουν τα βλέμματα
και λάμπουν
αρχαίων τόπων λησμονιές
στ' ασβεστωμένα μέτωπα

σκαλισμένα στην πέτρα
κι η τέχνη
χαραγμένη στα πρόσωπα
χρώματα ζωηρά
που ξεθωριάζουν
στις μονότονες ανταύγειες

απ' τους σκούρους χιτώνες
ξεχύθηκε άρωμα και παρηγοριά
στα φιλήματα που γδέρνουν
τ' άχρωμα χείλη της λαχτάρας
λουσμένα στο φως της Διανόησης

τ' αγγίγματα
στέρησαν τις ανάσες
απ' τους ξερούς πνεύμονες
και ζωντάνεψαν τις πικρίες
σ' εκφράσεις Κατανόησης

λαμπυρίζουν στα χρυσά μαλλιά
οι λιγοστοί μελαγχολικοί σωτήρες
σωσμένοι σαν τρόπαια
και σαν κρυφές ελπίδες

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Ανέγερση


Γλωσσοφιλά η αρρώστια
την ασθένειά της
έχοντας στην καρδιά της
ένα τραύμα
να βαθαίνει τις πληγές που επουλώνουν

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ευλογημένη Ασέλγεια


Ανήρ και γυνή
σε μια ενότητα ερωτική
την ξέχωρη ταυτότητά τους
αποτινάσσουν

την αιώνια
την αδειανή!

ξεκρεμούν τα φωτοστέφανα
της αγίας εγωπάθειας
και οσφραίνονται
τους ένρινους αχούς
των αλληλοσυγκρουόμενων σωμάτων
που σπαράσσουν τους κόλπους του Ιερού

η Πράξη
είναι θεόσταλτη

η Πράξη
είν' ερωτική

όταν βάναυσα αναιρεί
τις αντιθέσεις των σωμάτων

Ω! Πώς θολώνει
απ' τα μέσα
το γυαλί
στο εικόνισμα
της Μαρίας

όταν στα κορμιά
με τις τρύπιες πατούσες
κι απαλάμες
λυτρώνονται τ' αντίθετα

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Επιτύμβιο


(για τη ματωμένη ελπίδα της ύλης που χωρίς αυτήν η ύλη ματαιώνεται...)

Είπε ο θεός:
"από γης, από θάλασσα κι από ουρανό, άνθρωπε, είσαι φτιαγμένος και για τούτο να θυμάσαι πως σαν τη γης περπατούσες, στα πελάγη κατέληγες ν' αρμενίζεις διασχίζοντας τους ουρανούς, με τούτο 'δω το κορμί που σού 'πλασα, το χιλιοτάξιδο."

Στο πέρας μιας ζωής, ο θάνατος, στα λόγια του θεού θα συμπληρώσει:
"χιλιοτάξιδο κάποτε το κορμί μα τώρα χιλιομαδημένο"

Κι αντιμίλησε τότε στο θεό και το θάνατο, ο άνθρωπος:

"τ' ωραιότερο για τη ζωή τραγούδι
στη σιγαλιά του τάφου μου θ' ακουστεί

είναι 'κείνο που θα ξεφλουδίσει
του μαρμάρου που με σκεπάζει
την πέτρινη ψυχή
μήτε ο θεός, μήτε ο άθεος"

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Χρυσαυγής Ευδοκία


Σαν φανερωθεί
ακατάπαυστα σπλαχνική,
στοργή

σαν λυτρωθεί η επιθυμία
απ’ το φυλάκιο
της χρονισμένης προσμονής

όσο ακατανόητη,
λατρεμένη

περισσότερο από κάθε ευλογία
που ευδοκιμεί
στις τύχες των λυτρωτών
και καρτερικά υπομένει
τις δοκιμασίες
των σκυθρωπών δικαστών
των σκεπτόμενων σοφών

δια των αιώνων ικανή
να δώσει πνοή
ακμαίων ερώτων
σε όραμα σαρκικής φυγής

καθώς γύρω λυτρωμένη
κι ολόσωμη
απλώνεται σωτηρία
περνά και γίνεται ανάμνηση ζοφερή
η τελευταία του χρόνου παρουσία

κι είναι τούτη η γραφή
λατρεία!

αγέλαστη απ’ ορκισμένες τελετές
αφιερωμένη σ’ απρόσμενους θριάμβους
καθώς φορεί στ’ απροσπέλαστο
στεφάνι διαδοχής

σαν κορμιά που νοσταλγούν
σώματα μαινόμενα
κι εγκαταλείπουν παλιές
και πένθιμες συναντήσεις

σα νοσταλγικές συνήθειες
που φανερώνουν
την καταγωγή του προορισμού τους

αφού όλα όσα πέρασαν
φαίνεται να φυγαδεύτηκαν
σε πέπλο χρυσό κι από βελούδο
στα μεσάνυχτα αποκοιμισμένης χρυσαυγής

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Συνάντηση


Όπως ειδώθηκαν αντικριστά
τα μάτια
τα χείλη
τα δυο πρόσωπα

θυμάμαι τα χείλη
να αιμορραγούν
τις γεύσεις των φιλιών
ανεπανόρθωτα

στα μάτια
άγρυπνους ήλιους
να βασιλεύουν ακούραστα
στου προσώπου τ’ αστροφέγγισμα

θυμάμαι το φιλί
να μ’ ανασαίνει ανεξάντλητο
δίχως εφησυχασμό
αψεγάδιαστο

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Οι Χρόνοι του Γίγνεσθαι


Μεσ’ το σωθικό
της ελπίδας
που αιμορραγεί
είναι που γίνονται
οι ζωές των ανθρώπων

μουσκεμένες απ’ αυτό το αίμα
αδιάκοπα τις σημαίες τους θ’ ανεμίσουν

μια ζωή σαν τη δικιά τους
στο πέρασμα των χρόνων
αντί να σκυθρωπάσει

γεννοβολά άλλους καιρούς
που λευτερώνουν το χρόνο
απ’ το πεπρωμένο που τον βαραίνει
για την Βάνια

I Tempi del Divenire


'E nel viscere
della speranza che sanguina
dove si fanno le vite degli uomini

le loro bandiere
incessantemente sventoleranno
imbevute di questo sangue

una vita come la loro
all' andar dei tempi
anziche` corrugarsi
sempre partorisce

un altro durare
che sprigiona il tempo
dal destino che lo appesantisce
για την Βάνια

Γένεσις


Όσο λεύτεροι
σαν ερμηνεία πνιγηρού ορισμού
τόσο άφθαρτοι
σαν κοιλιά κατακτητικού ερπετού
μα πάντα ζωντανοί
μέχρι των ορίων
που συμβουλεύει ο θάνατος

βιώνοντας πάθη κτιστής σαρκός
ο νους ας ποθήσει συγχώρεση
καρτερικής αφής
ας λυτρωθεί το λογικό
πρωτού ξεπηδήσει
απ' το δύστυχο κουφάρι της λογικής

ας φιλιώσουν λόγια και ματιές
να γίνουν φωνές τα επίμονα βλέμματα
να γοητεύσουν το σκούρο τ' ουρανού
να το δουν να ταξιδεύει
στο βάθος του στοχασμού
για να 'ρθει ξανά
να λάμψει σαν Πρώτο γαλάζιο φως
και το δημιουργό ν' ανταμείψει

όπως τούτοι οι οφθαλμοί
αντικρίζουν το λόγο της φωνής
αντηχεί μελωδία από μέταλλο βαρύ!

δίχως δισταγμό
ετούτη η ύπαρξη εγκαταλείπει
κάθε υπόσταση σκυθρωπή

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Περί των Ερώτων


"Σε χρόνους αιφνίδιους έταξες γυναίκα τη ρουμπινί σου Χάρη
και στο κονδύλι πλέον ξομολογιέσαι με θολερό μελάνι".


Είναι φορές που ο νους, αλλόφρων μεσ’ τις μνήμες του,
πλημμυρίζει απ’ τη θύμηση εκείνη, του αιώνα, τη διηνεκή,
φορές που προσκολλάται σε χρόνους πρωτόκοσμους
ορμώμενος από μιαν ανάμνηση τόσο αμυδρή όσο και ξεκάθαρη.

Εξ’ ολοκλήρου δοσμένη
στην αφομοίωση του Ωραίου και του Λαμπρού,
ετούτη η ανάμνηση περισυλλέγεται
εις το ακέραιον της ουσίας της
πλαγιασμένη κατάσαρκα
δίπλα στις μελλοντικές στιγμές
που ευφραίνουν την πυρόξανθη γύμνια της
πέρα απ’ τα κομψά σάβανα
και τις άθλιες ενδυμασίες του παρόντος.

Απ’ όλα των κόσμων τα ενδύματα
η γυναίκα επέλεξε αδαμιαία περιβολή
για να λικνίζονται κάθε λογής
αρχαίοι αναστεναγμοί
στα θελκτικά της στήθη
και τα μάτια της
να φλογίζουν ολόγιομα
στο βάθος κάθε επιθυμίας ερωτικής.

"Όντας άχραντο σώμα τερπνότητας
κυριεύει απόρθητη σε μάχη πονηρή
των νεκρών ηρώων την Τιμή
και σαν παρθένα διήγηση μαρτυρική
εξιστορείται απ’ τα στόματα των βρεφών
εκεί που εξυμνείται η νωχέλεια ερώτων γεροντικών".

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Πεντηκοστή


Προαιώνιο το δράμα του θεού
ποτέ δε κορυφώνεται
ως το πολύπαθο τέλος

για να μην έχει όσιο τελειωμό
τ’ ανίερο μαρτύριο του ανθρώπου

τάδε έφη τ’ Άγιο Πνεύμα
κι εφόρμησε
προς τους ξανοιγμένους ουρανούς

αφήνοντας ξωπίσω του
τα κόκκαλα των Αγίων
να θρυμματιστούν

ως κρίματα ανθρώπων
που διαπράχτηκαν
στα θεμέλια του παραδείσου

το Πνεύμα επιφοίτησε
στο σώμα του Κυρίου
και για τις ανοιχτές πληγές του
πολύγλωσσα εκείνος μίλησε
πως θα ξελαφρύνουν

όταν ο διάβολος θηλάξει
απ’ το μαστό του αγγέλου

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Ζωές Θανάτων


Σ’ απρόθυμο αγιάζι
μυρουδιά ισχυρή
απ’ το καυτό λιβάνι

σκοντάφτει ο θάνατος
και σκουραίνει
το κοφτερό του δρεπάνι

κι ‘ναι κρυφό
σα συμπονά το θάνατο
το δάκρυ

κυλούν απ’ των ματιών
τις σκούρες άκρες
σε πρόσωπα κατάλευκα

ξεπλένουν κορμί ωχρό
απ’ το μύρο
και το λάδι

μάνες λατρεμένες
απ’ το κλάμα

στους στολισμένους κήπους
με τα στεφάνια

όσο τη ζωή του θανάτου
λαχταράει ο χαμός
θα στέκεται θλιμμένος κι άσαρκος
ο τελευταίος οδυρμός

κορμάκι θα ‘χει παιδικό
και τυλιγμένο στα σάβανα
η ζωή του αναπαύτηκε
κάτω από πέτρες και μάρμαρα

στις φωτεινές
και χρυσοκέντητες αυγές
των τάφων οι αντάρες
έλαμψαν
διάσημες και γιορτινές

σα να απέμειναν πυκνές
του σκότους οι ανταύγειες

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Κατά Γης


Τούτος δω πάει κατά γης
και θα πεθάνει
προτού κλειστεί στο μνήμα

πηγαίνει κι έρχεται σκυφτός
από το ίδιο μονοπάτι
και τα χνάρια του στο χώμα
κάθε φορά τα βλέπει για καινούργια
και τ’ ακολουθεί

η ψυχή του λοιπόν σιχτίρισε
και τον άφησε με τη σάρκα του
να τρώγεται μονάχος

αν κάπου
στα μισά του δρόμου
κοντοστεκόταν
και τα μάτια του σήκωνε
προς τον ουρανό

η καρδιά του
δε θα γελιόταν
και θα του άλλαζε προορισμό
με το δικό της
ακράτητο βηματισμό

η σάρκα τότε δε θα σάπιζε
θα είχε ανάστημα ψυχικό
και ο ίδιος θαρρώ
αλλιώτικο τελειωμό

μα με το πρόσωπο
στραμμένο κατά γης
τούτος ‘δω δε βλέπει
μακρύτερα από το τέλος

κι ανοίγει βήμα πλατύ
σφιχτότερα να ρίχνεται
στην αγκαλιά του
κι όλο και βαθύτερα
θα τόνε καταπίνει η γης

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Χρονολόγιο του Έλληνα Μικροαστού


Ο νεωτερικός έλληνας
ευρύτερα γνωστός
με το βαπτιστικό του όνομα
ως νεοέλληνας
είναι ο σαπισμένος καρπός
στο δέντρο της ιστορίας

μιας ιστορίας
που η αρχή της δε χάνεται
στα μακαριστά βάθη των αιώνων
αλλά ξεκινά γερασμένη
στ' απορρίμματα των φρούτων
που η ίδια η ιστορία παράγει

ο νεοέλληνας
με σάρκα μπάσταρδη
και πνέμα παστρικό
αυτοχειροτονείται ως μοναδικός
στο καθολικό είδος των ανθρώπων
και βαυκαλιζόμενος
την ιστορική του καταγωγή
που άλλοτε την αναζητεί
κάτω από τις φουστανέλες
και τα βυζαντινά ράσα των παπάδων
κι άλλοτε στις χλαμύδες
και στις φούστες
των αρχαίων ημών προγόνων
έχει μεγάλη και βαριά κληρονομιά!

την αφιλοτιμία του μικρασιάτη εμποράκου,
την ψευτοπαλληκαριά του πατριαρχικού μανιάτη,
τη μικρομεγαλία του μακεδόνα τυράννου,
τη δημοκρατική νωθρότητα του αθηναίου πολίτη

μισός δούλος, μισός αφεντικό
ο νεοέλληνας είναι ο ιδανικός μικροαστός.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Reflexio, το Σάρκινο Είδωλο


Έκαμα δρόμο πολύ
από πού ξεκίνησα
καμιά ανάμνηση δεν έχει μείνει
να μου τ’ αποκριθεί

όμως θυμάμαι καθαρά
μια προσμονή που ενηλικιωνόταν
και πως μεγάλωνα μαζί της

θυμάμαι πώς θέριευε
μέσα της η ανάγκη
τον εαυτό μου ν’ απαρνιέμαι
και πως στα μέτρα της πλαθόμουν
ξανά και ξανά

κανείς δε γεννιέται
με τον καθρέπτη
από της μάνας του
την κοιλιά

στους ανθρώπους
έμαθα να βλέπω τον εαυτό μου
και τους ανθρώπους
ο εαυτός μου αντανακλά

τι απομένει από τον έρωτα
και ποιο πάθος
ανθρώπινο παραμένει

αν τα δάκρυα
τα βρόχινα αυτά λόγια
δεν έχουν παρά να μου λεν’
πως χρωστώ να γίνω άλλος
κι αλλότριος

πως δεν είναι στενό το ρούχο
που μου δώσαν να φορώ
πως φταίνε τάχα
τα φαρδιά μου άκρα!

για τα λόγια που στη γης
καρφώνουν το κορμί
άλλο τη φωνή μου δε θα ξοδέψω

με νότες,
που ’σεις τις πιστεύετε
για σύμφυρμα μουσικό
ενίοτε χαρούμενο
κι άλλοτε μελωδικό

με νότες αιμάτινες
σάς μηνώ
πως έκαμα δρόμο πολύ
και πως οι δρόμοι μας ξεσμίγουν

τα χέρια
μη μου απλώσετε
γεμάτα συμβουλές

θα ’ναι για να με κρατήσουν

ευχηθείτε μου μονάχα
αν θωρείτε κάποτε
πως επιστρέφω

στα πέλματά μου
να ’ναι ανοιχτές

όλων των κόσμων
που πλανήθηκα
οι πληγές

Μουσικές Εικόνες από τη Sonata του Ζάχου

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Περί Επιστήμης


Ποιος τελικά χρίζει το βάπτισμα της επιστήμης;

Η ανεπανάληπτη εκδήλωση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας
ή μήπως
η πρόσφορη συνέπεια των εκδηλώσεων της ζωής πάνω μας;

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Γητευτής Ιδεατών Οραμάτων


Άπειρο ουράνιο λευκό
τον πύργο αγαλλιάζει

η στοργική της ομορφιά
τα συγκλονισμένα σωθικά μου
θα τραντάξει

εκ των στοών και των οδών του φωτισμένου πύργου
τη λαγνεία της προτάσσει

λιπόψυχο το σκοτάδι
την κεφαλήν του κλίνει
και το πνεύμα της ταπεινά θα κοινωνήσει

τότε διαχύθηκε ευρύ το πρώτο φως
το φως που εξημερώνει

η ομορφιά
θ’ ανταποδώσει με αρμονία στη γαλήνη
κι ο χρόνος
την αιωνιότητα δειλά δειλά
αρχίζει να ψηλαφίζει

η ψυχή της
κλωστές από βελούδο
στον αργαλειό της ζωής
υφαίνουν την αθανασία
κι αν αυτή είναι μανδύας
στις πλάτες σου γητευτή
τον φορείς

το βλέμμα και η παρουσία της
ισχυρή
από τον ίδιο τον έρωτα
λατρεμένη

μοναχικά δοκιμασμένο συναίσθημα
μάς γνέφει τη συνέχεια
γνώριμα τ’ άβατα μονοπάτια
διασχίζουν την αδάμαστη λαχτάρα
του πόθου και της επιθυμίας
καθοδηγούν δυο χωρισμένες εκρήξεις

ζηλόφθονη πλάση
το προσωπάκι περιτριγυρίζεις
προσωπάκι
που τις διαθέσεις του δαίμονα
θα εξευγενίσει

το κορμί λυγίζει

παράλληλα με τις δυο καρδιές
τα μαλλιά απλώνονται
για να κυλήσουν νηφάλια
περισσότερο φιλήδονα
στο νοερό σώμα της ψυχής

στο κορμί περασμένα κι ολόγυμνα
τα στολίδια του σύμπαντος
τη μονάκριβη ευτυχία δωρίζουν
προκαλούν ανάδυση
λησμονημένων αναμνήσεων

θεία η γένεση του ρίγους
καθώς το κορμί παλινδρομεί στο σώμα
ένας μονάχα σπόρος θα αποδώσει
το δέντρο του Απολύτου

ριζώνει στο σώμα

το κορμί
βαριά ανασαίνει
με το Μυστήριο στο φως να σιμώνει
και να τ’ αποπλανά

από το κάθε δέντρο
οι καρποί ραγίζουν
ο ευαίσθητος
πορσελάνινος εαυτός τους σπάζει

γλυκός ο χυμός δραπετεύει
κι απλώνεται στη γη τ’ ουρανού
θρέφει το νου

το μέλλον
βίαια απαγάγει τη στιγμή κι όμως
το άρωμα των μαλλιών της δε ξεθυμαίνει
παραμένει έως τώρα αιωνίως μεθυστικό

γιορτή,
γιορτή που καταργεί το όργιο
γαλήνια το Μυστήριο συμβαίνει
προκαλώντας βαθιές ρυτίδες
στα νερά εφησυχασμένης λίμνης

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Επωδός


Τα πνεύματα των νεκρών ξεθάρρεψαν!

στα τρίσβαθα των χωμάτων
οι σκιές των θαμμένων
στο φως του καντηλιού
τρεμούλιασαν

τα τσακισμένα από τη λησμονιά λείψανα
κάρπισαν φλέβες και αίματα

μ’ ένα βαρύ, πονεμένο ουρλιαχτό
τα μάτια στο μισοσκόταδο άνοιξαν

τη βαθιά σιωπή του τάφου πάταξαν!

και ξεπρόβαλλαν καμώμενα τους ζωντανούς
πάνω στις πλάκες των μνημάτων

στο φως πια
όλους τους παλιούς τάφους θέρισαν
κι έσπειραν νέους

για τους ανθρώπους
που τη ζωή τους έκαμαν
θανατώνοντας τον πεθαμένο

Για τον Καρλ Μαρξ


Οι εκπνοές των δικών του σκέψεων
ανάσες να γίνονται δικές μας,
ανάσες του σώματος που ξαναπαίρνει τις σάρκες του
από τη σάρκα του ανθρώπου


Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Προσκυνητής


Βροντοχτυπούν
στις εκκλησιές τα σήμαντρα
μετάλαβε ο συρφετός
τη σήψη του εσταυρωμένου

το εικόνισμα της Θεοτόκου
περιχαρής πώς λιτανεύουν
για τη σωτηρία της ψυχής του

οι δρόμοι που φέρνουν στη Θεία Κοινωνία
δρόμοι στρωμένοι
από τα φτερωτά κουφάρια
του επίδοξου ανθρώπου

αλλοίμονο,
για όσους βιάστηκαν να τους διαβούν

μακάριοι,
όσοι φέρνουν τη γυναίκα
στο άβατο του ιερού

μακάριοι
όσοι ποδοπατήθηκαν
προς τέρψιν
του αισθησιακού ολέθρου

μακάριοι
εκείνοι που άφησαν
την αφή τους παρθενική
να συντρίβεται
στην απαλότητα των σωμάτων

στα σπλάχνα της Παρθένου
κυοφορείται η ηδυπάθεια της γυναίκας

ας την ξεγεννήσει ο θεός
ως άλλο Μεσσία
νέο πεπρωμένο να χαραχθεί
στις παλάμες του ανθρώπου

ανοίγουν διάπλατα οι επτά ουρανοί!
οι λαγόνες της Παρθένου ανοίγουν

ανοίγουν διάπλατα οι επτά ουρανοί!
νέο πεπρωμένο να χαραχθεί
στις παλάμες των ανθρώπων

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Η Λατρεμένη του Έρωτα


είναι τα χεράκια
που ποθούν με λατρεία
να χαιδέψουν το λάγνο κορμί

είναι τα χειλάκια
από κόκκινο βελούδο 
και υγρά σαν τη ψυχή του ρόδου
που νοσταλγούν 
τη χαμένη αιωνιότητα του φιλιού

είναι τα ματάκια
που καθηλώνουν με τα βλέμματα
και προκαλούν τη διάχυση 
των γλυκών αισθημάτων

είναι τα φλογισμένα στήθη
που αναζητούν το φιλί
τρυφερό σα χάδι

είναι τα λυγερά σώματα
που σαν πύρινες γλώσσες 
πλέκονται και σφιχτοδένονται
αποκαλύπτοντας το αισιόδοξο μήνυμα της ζωής
αναζητώντας τον κοινό νέο εαυτό
της φλεγόμενης μονάδας

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Avantgarde


Μεταξύ αρχής και τέλους
ένα νέο ξεκίνημα
πισογυρίζει αδιάληπτα
στο τέλος που ηγείται

ως τα χείλη
γέμισε πάλι με κρασί
το άγιο δισκοποτήρι
κι ευθύς καρφώνονται στο Σταυρό
τα εναπομείναντα μέλη του Μεσσία
ν'απαλλάξουν τον αμνό
από τα κρίματά του

μετά το ναυάγιο του χρόνου
πάνω στον κοραλένιο βράχο
κι απ' τ'ανοιχτά της θάλασσας
τα κύμματα ξέβρασαν δυο πτώματα
ένα του θανάτου κι ένα της ελπίδας

με τον απόηχο
από τη σχάση του χρόνου
να γίνεται φωνή μου
εγώ ο πρόγονος σάς ιστορώ
πως απ' το μέλλον
σέρνω την ανάμνησή μου

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Πειρασμών Επιθυμίες


Ο λόγος
διχασμένος πειρασμός
απ' το δίλημμα
και το δισταγμό
αναθρεμμένος

σαν αφεθεί σε πλάνες
αλύτρωτης προσδοκίας
ηθικός λογισμός
θα 'ρθει και θ'αφορίσει
κάθε σπαρακτική ικεσία
επιθυμίας

και μοιάζει βίος προτρεπτικός
ο αφορισμένος πειρασμός
καθώς ολόγυμνος μπρος του
εκπνέει φόβος και διχασμός

στεγνά κι αμίλητα τα χείλη
γλιστρούν υγρά και φλύαρα
στα παλλόμενα στήθη

γοργές
ανταμώνουν οι πνοές
στης ξαφνικής μέθης τα στόματα
κι εξεγερμένα τα δέρματα
κοκκινίζουν στους θώρακες

κι είναι απ' τις νοσταλγίες
του σώματος
η πρώτη παράδοσή του
στο επίμονο κάλεσμα
του πειρασμού

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Niente Inganno

Ζέψανε στ'άρμα τους
γι' άλογα τον πειρασμό
και τις επιθυμίες άφησαν
να γυρίζουν τους τροχούς

τι κι αν κατακρημνιστούν
από τη ράχη του βουνού
στο βάθος του γκρεμού;

κάναν' τις επιθυμίες τους πειρασμό
και στο χείλος του γκρεμού
μάς παίρνει το φιλί τους

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Αυθόρμητη Πολιορκία


Με το αίμα
στις αρτηρίες του λιγοστό
και το άλλο
στα χαρακώματα να λιμνάζει
το γένος εκείνο των ανθρώπων
το πολεμοτραφές
γένος θαρρώ
πως είναι ξεπερασμένο

κανενός στρατοπέδου
συρματόπλεγμα
την πίστη μου στον άνθρωπο
δε θα περιφράξει

την αμετανόητη καρδιά μου
μέσα στα στόματα των κανονιών
θα ρίξω
και θα φωνάζω πυρ! πυρ! πυρ!
ώσπου να χαθεί η φωνή μου

κι όταν μένει χωρίς ανάσα η φωνή μου
τα μάτια μου
καταμεσίς μιας αυθόρμητης πολιορκίας
θα με φέρνουν
όπου δε θα ψάχνω για πολιορκητές
και πολιορκημένους

ανεβασμένος στα υψήπεδα
μιας πανανθρώπινης ψυχής
από τα κάτω θ'ακούω να σηκώνεται
φωνή σπαρακτική

σαν ίσκιος βαρύς κι αμίλεικτος
που απλώνεται στο λιοπύρι
του αδελφοκτόνου θανάτου

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Το Φιλί


Μάθε με το φιλί
τα μάτια να κρατάς κλειστά
και στοχάσου βαθιά
για όσα σου φανερώθηκαν
στα σκοτεινά

βάστα τη μιλιά σου, μη βιαστείς
όλα όσα είδες
να τα διηγηθείς

δεν είναι φτιαγμένες οι λέξεις
να μιλούν
για καμμιά στιγμή
που στο χρόνο
δε μπορεί ν'αντέξει

εσύ, έναν άλλον χρόνο θυμάσαι
που στο φιλί έμοιαζε όλο και να πλαταίνει
κι ένας άλλος κόσμος σου φανερώθηκε
ο τόπος που κατάγονται όλοι οι ερωτευμένοι

μάθε με το φιλί να στοχάζεσαι
και στον τόπο σου να επιστρέφεις

με τα μάτια κλειστά
και τα χείλη σου απάνω στα δικά της
παντοτινός νιώθεις πως γίνεσαι
κι ας αργοπεθαίνεις

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Περί Σαρκός


Πάνω στο αναμμένο κάρβουνο
και το αμόνι
σφυρηλατήθηκε ατσαλένια
για να οχυρωθεί καλά ο άνθρωπος
σε τούτη την πανάρχαια πανοπλία!

πώς να της καταφέρει άλλωστε
από τα έξω
χτύπημα θανάσιμο
χωρίς να κομματιάσει τα πλευρά του;

φλόγα χαμηλή
από τα μέσα αναμμένη
του κατατρώει το κορμί

σαν κούτσουρο σκληρίζει
η σάρκα στη φωτιά
κομμένη από δέντρο
που έχει τη ρίζα του απλώσει
βαθιά στα σωθικά

ανεβείτε το λοιπόν
οι φλόγες στα ψηλά
μέχρι κι ως τα πέρατα
να φτάσει ετούτη η πυρκαγιά

να βλέπω
τους ανθρώπους
να λαμπαδιάζετε
για τα καλά!

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Ιερά Σινδόνη


Κύριε,
επαγρυπνείς εις θάνατον
για την αγάπη στον πλησίον
μα σε ζώνουν ακόμα οι αιχμές
απ' τ'αγκάθια και τη λόγχη του ρωμαίου

τόσο σθεναρός ο φθόνος του
να μην καταλαγιάζει
στα καρφιά
στ'αγκάνθινα στεφάνια
στο γολγοθά

πετραχήλια τ'αγκάθια
γίναν θυμιατά και κολυμπήθρες τα καρφιά
κι ο δρόμος προς το θυμικό, τη θέωση, τον εαυτό
γολγοθάς

για τους νεκρούς οριώσουν Κύριε
πως τάχα θ'αναίστενες
στην τέλευση του χρόνου

με τέρψη θεού ιστορούσες
πως το θάνατο θα υπερνικούσες

ιδού Νικητή το βάθρο σου!

κάτω στο μνήμα
μεσ'το νεκροσέντουκο αποσαρκωμένος
φρονώ πως ανασηκώνεσαι
καθαρότερα ν'ακούσεις τον νεκρό
ν'αλλάζει πλευρό
στον αιώνιο ύπνο του

κι όλο ματώνει η ιερά Σου σινδόνη
κι όλο δακρύζουν οι βαθύσκουρες κηλίδες της
ξίδι και νερό

να μαρτυρήσω Κύριε
για το μυροπλημμένο κορμί
που βαθαίνει στη γης
τα λείψανά Σου;

Κύριε,
για πόσο ακόμη
θα σε γεννάν' και θα σ'ανασταίνουν
οι σταυρωτές Σου;

in riguardo ai desideri


La serenita` in se` sta culminando
conciliando il regime volitivo
dei nostri desideri
cospicui e pieni di maturita`
alle esigenze di un singolo desiderio
regresso di per se`

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Δια Βίου Θάνατος


Σε ποια γης
βλαστοί αμαράντινοι
ανθούν το χώμα;

σε ποια γης
τους ανθρώπους το χώμα
δεν σκεπάζει;

ξέχειλη του κάματου είν'η ζωή
ξάφνου αποσταίνει το κορμί
στων λουλουδιών τα πέταλα
έγειρε να κοιμηθεί

με φωνή σκιερή
σαν από κοσμοβοή
ο θάνατος γύρεψε
σε ξύλο πελεκητό
να κλείσει το κορμί

σε τούτη την οικεία γης
ποιος θάνατος, τους θανάτους
θ'αποκάνει;

ποιος θάνατος θ'αυτομολήσει
στο χρόνο να σπείρει
την άθαβη ζωή;

Γεύση Νιρβάνας


Σύρεται η αντοχή
στα μαυρισμένα χώματα

σε πλάτες στεγνές
διψασμένες θάλλασες
πλημμύρισαν
τους αλμυρούς ιδρώτες

των σωθικών
μονάχη αντίσταση
η έκφραση
που ξεχειλίζει πολιορκία
πνιγμένου στεναγμού

ώσπου ήρθε το φιλί
και γέυτηκε
τη θαλπωρή στα χείλη

τα βλέφαρα ορθάνοιχτα
και θαμπώθηκαν
των ερώτων οι ηλιαχτίδες

στα στήθια
ευδοκούν γλυκά τ'αρώματα
απ'των καρπών τις γύμνιες

πέρα απ' τα φορέματα απλώθηκες
κι έγινες γυναίκα

Το Ρήγμα


Τι κι αν αποπειραθείς
με το σώμα σου να μου φέρεις
κάποιον παλιό γνώριμο σεισμό
που τα κορμιά τον προκάλεσαν
αν έτυχε ποτέ και συναντήθηκαν!

εγώ για το ανοιχτό το ρήγμα
θα συνεχίζω να σε ρωτώ
κι αν με τα ακροδάχτυλά μου
ποτέ σε ακουμπώ
κι εσύ δεν το χαμπαριάζεις
τότε τον έρωτα
δεν τον βαστά η ψυχή σου

Nei Tempi Ben Remoti


Attraverso gli occhi dell'aquila
sono viste quelle figure angeliche
figure apocalittiche e gallegianti
in oceani lunari
finche` non si disperdono
ai primi albori
scacciate dalla mania del crepuscolo

per un intero istante
l'orgolio di quel sole sorgente
si e` messo in tacere
dalle loro ali
che si spandono enormi e tremanti

il loro canto sovversivo
sta esaltando il profano
perche` costui ha potuto concepire l'ideale che
oltre al limite della vita
si va

le loro parole malinconiche
allevate in profondo silenzio
sono quelle espresse dalle grida degli infantili
appena portati in vita eterna

la pelle
sia pure mal curata dall'avanzare dei tempi
ringiovanisce
ed al di la` del logoro
la visione si sta fissando agli occhi

avendo in mente
che tra le memorie piu` vane
quella piu` consolante
sara` a cadere nell'oblio infinito
non temo quelle piu` torpide

"vieni e coprimi di te
spogliando la nudezza ai copri che
in verita` assoluta
battono per fondersi

vieni prima che il fiato grosso
divenga assai soffocante
sfuggendosi perennemente alle labbra
di quel primo sospiro degno di mortificare
la Carne Nostra."

Entità Supreme (il concetto femminile della devozione)


Tempi perenni
sussurano vessatoriamente
i nomi della gran salacita`
e il cuore del racconto sta sussultando
di nostalgia e di gioia
inondato in quei ricordi incancellabili

sul seno si e` ricordato
dei tempi primordiali
sul seno che aveva quell'aspetto ardente
le labbra vivaci
usavano scivolarsi

ora la pelle e` diventata rugosa e indolente
non e` piu` in grado di eccitare oppure di eccitarsi
oramai la ricerca del bacio affettuoso ricorda vanagloria

si e` smarrito il pudore
quando colmava di godimento nudo
i corpi spruzzati dagli odori allettanti
aspiravano l'idoneo toccarsi

lo scrupolo
giace tra le erbe in costume adamitico 
ed aspetta

ansimati i sospiri
e giunti ai colli
trasudati
irritavano l'oblio notturno
che li celava invidiosamente

i tempi sono trascorsi
e in toto
il corpo si invecchia
i capelli irosi non sventolano piu`
alla brezza mattutina
e il vespo ombroso si strugge in lacrime

il tremito
sussegue al grido redentore
squassando i restanti squarci verginali

svelatamente
pur essendo entrambi stracchi
i loro sudori
mischiati col sapore della deboscia

si e` celata la prosperita`
nelle detta di donne immonde
consolatrice di una mestizia sterminata

foschi anche quei colori
celesti e vigorosi

l'opacita`
messa a disagio sotto l'imminenza dell'alba
si riconsegna alla luce:

"in questi due corpi fu ospitata
una suprema passione errabonda

avendo uno sguardo a quattr'occhi
e fronteggiando in pieno viso gli anni
sta brillando al pesto buio
accesa in viso"

desideri perpetui
di schianto indotti
in Tentazione Eterna

Atene, Natale 1999

Σήμερα


Από εχτές
έπαψα στο αύριο να ελπίζω
και νοσταλγώ το σήμερα

το σήμερα δε λέει ποτέ να 'ρθει
κι αν αυτό ίσως συμβεί
φοβάμαι πως θα του κουνώ
το χθεσινό άσπρο μαντήλι
σαν αυτό που σφουγγίζει
τα δάκρυά μου σήμερα

κάθε αύριο μαθαίνω
πως τη ζωή μου φωτίζει
ένας ήλιος
που ανέτειλε στο ηλιοβασίλεμα
και πώς να πιστέψω αύριο
στο σήμερα

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Γνώθι σ'εαυτόν


Μάθετε πως βαριά κοιμάμαι
για όσο τον ξυπνητό σάς παρασταίνω
και στον ύπνο μου πιότερο θα βυθιστώ
απο τρόμο κι αιδώ
να μην ακούσετε ποτέ
αυτό το παραμιλητό μου

Δαντέλες και Συνειρμοί


Μύχιος σπαραγμός
κι αιματοπλυμένος
προτάσσεται γυμνός στα δόρατα
και λαβωμένος
μνημονεύει σπασμούς
ανέλπιδους κι ερωτικούς
στις πλάτες
και στους τραχήλους

αποθεωμένοι
εγείρονται στα διερρηγμένα ιμάτια
και σφιχτοδεμένοι
ανάμεσα στα δάχτυλα των παρθένων
τα δροσοστάλακτα
ανταλλάσουν προσφορές
και σώματα
με γδαρσίματα κι αλαλαγμούς

στα χείλη
το μειδίαμα δυστροπεί
με γεύση μεθεόρτιας συμφοράς
από της μέθεξης
το νοσηρό φιλί

ανορθόδοξη
στη δύση ξεπροβάλλει η χαραυγή
με πυρόξανθη περιβολή
άδολα
και βρεφικά τα μάτια της
φεγγοβολούν το λυκόφως
της νιόνυφης αυγής

αναμαλλιασμένoι
στις ακτές ξεβράζονται
σα θύελλες
και στους αφρούς μουσκεμένο
το φιλί
ψηλαφίζεται στη δαντελένια θέα τους
ν'αναφωνεί:

έρωτα που από έρωτα δεν προσδοκάσαι πιά!

Revolucion


Να χρεοκοπήσουμε τον χρόνο
τον ηλικιωμένο θεματοφύλακα
της απαράλλακτης εν τω καιρώ
νιότης μας

ν'αναρτήσουμε σημαία
τ'αστηλίτευτο κόπιασμα μιας γενιάς
απελευθερωμένης διόδου
από το εμβολιασμένο με υπακοή κοπάδι

μάς κρατά αιχμάλωτους στους χρόνους
η ρήξη μας με τον χρόνο
και με κείνους που τον εξυπηρετούν

αν σταυρώσουμε τα χέρια
αν εφησυχάζουμε τ'ατίθασο
στα ταγμένα
νάνου ανάστημα υψώνουμε
στων καιρών
τα κακώς γραμμένα

Περί Πίστης


Πιστός σε μια πίστη
που απελευθερώνει τον Μεσσία της
από την αγωνία της λύτρωσής του

Θεογονία


Δύο ανά δύο οι πνοές
δεσμεύουν πνιχτούς
παχύσαρκους αναστεναγμούς
ορμώμενες κι εκείνες
από την αυταπάρνηση
του μάταιου κι άσαρκου πάθους

δύο κορμιά
αέρινα
ίπτανται ανάμεσα
στους απογυμνωμένους ορίζοντες
του φεγγαρόφωτος

δύο πρόσωπα
ροδογέννητα
με τα ρουθούνια τους να εισπνέουν
άυλους καπνούς ονειρογόνους
και με τα χείλη τους πυρακτωμένα
σφιχτά μεταξύ τους αγκιστρωμένα

βαθιά καταποντισμένη η σάρκα
στην άβυσσο αγαπημένων ερώτων
κι ο θεός
στα μάτια τους τρεμόπαιξε
σαν όραμα
πανάγιου θείου βρέφους

(πνιγμένος) Στο Βάθος της Επιφάνειας


Από τις πιο ερωτικές στιγμές!
κι ο θεός δεν αρέσκεται σε καμμία

παρά μονάχα ηδονοβλέπει
σ'ένα παράπηγμα της παραδείσου
τις πιό μυστικές
βαστώντας την πνοή Του
να μην τον γροικούν
οι δυό εραστές

μα πώς ν'ανασάνει ο άνθρωπος
όσο κρατά ο θεός την πνοή Του;

πως να μη γίνει το κορμί
παρανάλωμα του οχετού
στην πιο ερωτική στιγμή του;

Το Φορτίο


Βαραίνει το φορτίο
και το τέλος του δρόμου
αλάργα

όχι τα γόνατα μόνο 
να μην λυγίζουν
αλλά να το σηκώσουν ψηλά 
οι πλάτες
και χώρο και γι'άλλο φόρτο 
ν'αφήσουν

όσο το φορτίο βαραίνει
τόσο το κορμί θ'αλλάζει
λιγότερο μαθές θα μοιάζει
με του σκεβρωμένου ανθρώπου

A Palpebre Chiuse (gli occhi dell'anima)


Κι αν στα μάτια της
αναρριχήθηκε η αξημέρωτη νυχτιά
τα βλέφαρά της επτασφράγιστα κρατούσα
να μην τελέψει τ' αδιάλυτο σκοτάδι

σε συλλογιέμαι ψυχή μου
λιγόθυμη ν' αχνοφεγγίζεις
στων βλεφάρων σου τις άκρες

η ανημποριά της σάρκας μου
βαριά επιβολή, αδιάκοπη
κι άλλο δε βάσταξες ψυχή μου

στο σούρουπο βάδισες γαλήνια
τους βιαστικούς ανέμους
κι έπλευσες γαλάζια
στον ξέθωρο ουρανό

κι αν στα μάτια μου
νωπό το ξημέρωμα αναρριχηθεί
τα βλέφαρά μου ολόκλειστα θα βρει