
«Το μάτι έγινε ανθρώπινο μάτι, μόλις το αντικείμενό του έγινε ένα κοινωνικό, ανθρώπινο αντικείμενο, φτιαγμένο από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο», μάς λέει ο Μαρξ στα οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844.
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως το ίδιο επακριβώς ισχύει και για τον εγκέφαλο και για όλες τις αισθήσεις του, η μόρφωση των οποίων είναι «έργο όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα».
Ο άνθρωπος, συνεπώς, δεν είναι μια ενσωμάτωση σε μια κάποια κοινωνική διάσταση, η σχέση του με την κοινωνία δεν είναι μια απλή εξωτερική σχέση. Ο άνθρωπος είναι η κοινωνική ύπαρξη.
Ο άνθρωπος δεν είναι ένα άθροισμα κυττάρων και συναισθημάτων, αναμειγμένα με λίγη περισσότερη ή λίγη λιγότερη κοινωνία. Αυτή η θέση, που αξιώνει μάλιστα να είναι και «αντικειμενική», δεν είναι παρά μια εκλεκτική αστική σούπα. Ο άνθρωπος δεν είναι καθόλου ένα άθροισμα ή, που είναι το ίδιο, ένα σύνολο πραγμάτων, αλλά συνιστά μια ολότητα που σημαίνει ολότητα σχέσεων.
Η ανθρώπινη ολότητα μπορεί να προσεγγιστεί επιστημονικά στη συνεχή εξωτερική της αναπτυξιακή κίνηση μονάχα σε ενότητα με το εσωτερικό της αντιφατικό προτσές. Σε αυτή την αναπτυξιακή κίνηση, ο βιολογικός επιμέρους παράγοντας (που, για τον εαυτό του, μόνο ως αφαίρεση μπορεί να υπάρξει), τώρα είναι η πιο απλή σχέση της ανθρώπινης ολότητας και τώρα δεν είναι και αντιστρόφως, διότι αλληλοκαθορίζεται διαλεκτικά με όλους τους άλλους παράγοντες (μέρη) της ολότητας (μηχανικοί, χημικοί, φυσικοί, κοινωνικοί…).
Η ποιότητα της ολότητας, όπως μάς μαθαίνει η διαλεκτική, δεν ανάγεται στις ποιότητες των επιμέρους παραγόντων (μερών), δεν προκύπτει μηχανιστικά από το άθροισμά τους αλλά ανακύπτει από το αντιφατικό προτσές της διαλεκτικής άρσης των δομικών της σχέσεων, όπου οι αιτίες υπάρχουν σε ανηρμένη μορφή στις συνέπειες και οι συνέπειες υφίστανται σε υποταγμένη μορφή στις αιτίες, όπου το «παλιό» δεν πεθαίνει αλλά υφίσταται σε ανηρμένη, μετασχηματισμένη μορφή στο «νέο» και αυτή η αντιφατική αναπτυξιακή κίνηση καταλήγει στο φυσικό βιολογικό θάνατο του ατόμου όταν η εσωτερική κίνηση της ολότητας αρνείται τον εαυτό της «εν εαυτώ».
Πολύ απλά αυτό σημαίνει πως η ποιότητα του ανθρώπου δεν ανάγεται στη βιολογική, χημική, φυσική, κοινωνική του ποιότητα και ούτω καθεξής. Εδώ, λέγοντας κοινωνική ποιότητα, εννοούμε την απλή εξωτερική κοινωνική σχέση, το λεγόμενο και κοινωνικό περίγυρο ή περιβάλλον.
Η κίνηση της ζωής οργανωμένη σε βιολογικά κύτταρα είναι η άρνηση της ζωής οργανωμένης σε χημικά μόρια. Η κοινωνική ανθρώπινη ζωή είναι η άρνηση της άρνησης που προϋποθέτει τις «δυο προηγούμενες ζωές» αλλά τις εμπεριέχει σε διαλεκτικά ανηρμένες και υποταγμένες μορφές.
Η ανθρώπινη φύση, ακριβώς επειδή συνιστά φύση, δε μπορεί να υπάρξει χωρίς τη βιολογική, χημική και φυσική της υπόσταση. Η βαθμιαία και σταδιακή ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου μέσα στη μήτρα είναι ένα προτσές που υπακούει πιστά και αποκλειστικά στους σιδερένιους νόμους της βιολογίας. Με την έξοδο του εμβρύου από την κοιλιά της μητέρας του γεννιέται ο άνθρωπος ως φυσικό και βιολογικό άτομο, προικισμένο με μια βιολογική φύση που σε σύγκριση με την αντίστοιχη φύση των υπόλοιπων θηλαστικών φαντάζει ιδιαίτερα αδύναμη και χωρίς το παραμικρό ίχνος συνείδησης, σκέψης και αυτόνομης δραστηριότητας.
Με μια προσεκτική, εμπειρική ματιά στο βασίλειο των ζώων, στο οποίο άλλωστε ανήκει και ο άνθρωπος, θα διαπιστώσουμε την πλήρη «αρμονία» του κάθε ζωικού είδους με το περιβάλλον, αρμονία που δεν απορρέει από την καθυπόταξη των ζωικών ειδών σε ένα αφηρημένο εχθρικό περιβάλλον. Το περιβάλλον δεν είναι μια αφαίρεση που υπάρχει έξω και μακριά από τα διάφορα είδη του ζωικού βασιλείου, αλλά είναι πολύ συγκεκριμένο και ειδικό για το κάθε ξεχωριστό και ειδικό ζωικό είδος. Η ανατομία, φυσιολογία και μορφολογία του ψαριού θα μάς φαινόταν πολύ περίεργη και εντελώς ακατανόητη αν δεν τις μελετούσαμε σε σχέση με το ειδικό περιβάλλον του ψαριού που είναι το νερό.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ανατομία, τη βιολογία και τη φυσιολογία ενός οργανισμού από τον πιο απλό μέχρι και τον πιο σύνθετο αποτελεί αναγκαία συνθήκη να μελετάμε τον επί εξέτασιν οργανισμό, όχι σε σχέση με το γενικό και αφηρημένο εξωτερικό περιβάλλον αλλά προσδιορίζοντας και εντοπίζοντας την εσωτερική σχέση και συνάφεια του οργανισμού με το περιβάλλον. Η κατανόηση του οργανισμού λύνεται στην κατανόηση του περιβάλλοντός του και η κατανόηση του περιβάλλοντος λύνεται στην κατανόηση του οργανισμού.
Η σχέση λοιπόν των οργανισμών ως υποκειμένων με το αντικειμενικό τους περιβάλλον, από το βακτήριο μέχρι και τον άνθρωπο, είναι μια διαλεκτική σχέση όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο αλληλοκαθορίζονται σε μια σχέση ενότητας και πάλης αντιθέτων, όπου το ένα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το άλλο και που η αναπτυξιακή κίνηση προκύπτει από αυτήν τη διαλεκτική εσωτερική αντίφαση χωρίς να «χάνεται» το υποκείμενο στο αντικείμενο και το αντίστροφο.
Συνεπώς, οι οργανισμοί παράγουν το περιβάλλον τους μα είναι ταυτόχρονα το περιβάλλον που καθορίζει την παραγωγική δραστηριότητα των οργανισμών. Αυτό που στο γυμνό μάτι φαίνεται ως παθητική προσαρμογή του οργανισμού στο περιβάλλον, στην πραγματικότητα είναι η πράξη παραγωγής του περιβάλλοντος εκ μέρους της δραστηριότητας του οργανισμού που μετατρέπεται στο αντίθετό της, «στην προσαρμογή». Η αιτία (παραγωγική δραστηριότητα) γίνεται αποτέλεσμα («προσαρμογή») και το αποτέλεσμα ξαναγίνεται αιτία.
Η βιολογική φύση του ανθρώπου και η ανθρώπινη συνειδητή σκέψη είναι αδύνατον να κατανοηθούν επιστημονικά αποσπασμένες από το ειδικό φυσικό περιβάλλον τους. Αυτό το περιβάλλον είναι η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων.
Η συνείδηση, αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή ανθρώπινου ψυχισμού που συνίσταται στην ιδεατή, ψυχική αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, η προέλευση της οποίας δε δύναται να εντοπιστεί στις νευρικές συνάψεις του εγκεφάλου αλλά στην ιστορική γενετήσια πράξη της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι έμφυτος και ούτε η βιολογία του Homo Sapiens μάς χαρίστηκε από τη «θεά» Φύση ή μέσω μιας φυσικής επιλογής που με το αόρατο χέρι της επιλέγει τους καταλληλότερους που προσαρμόζονται σε ένα αφηρημένο και αμετακίνητο φυσικό περιβάλλον.
Κάθε πράξη παραγωγής διαμεσολαβείται από μια πράξη κατανάλωσης και κάθε πράξη κατανάλωσης διαμεσολαβείται από μια πράξη παραγωγής.
Τα ζώα, λόγου χάρη, παράγουν διαμέσου της πρακτικής τους δραστηριότητας προς μια κατεύθυνση και μονάχα υπό το βάρος της φυσικής αναγκαιότητας για την άμεση, βιολογική επιβίωση. Η πρακτική δραστηριότητα των ζώων παράγει το ειδολογικό περιβάλλον της επιβίωσής τους, το ειδικό φυσικό τους περιβάλλον αλλά πάντα αυτή η παραγωγική δραστηριότητα διαμεσολαβείται από την κατανάλωση των «έτοιμων» προϊόντων της φύσης. Έτσι όμως, ουσιαστικά, η μόνη παραγωγή των ζώων είναι η αναπαραγωγή της άμεσης βιολογικής ανάγκης και του είδους που τους υπαγορεύεται από τη βουβότητα του γενετικού ενστίκτου.
Κάθε μικρό ζώο από τη στιγμή που αναπτύσσει την αυτόνομη δραστηριότητά του πρέπει να δημιουργήσει ξανά και από την αρχή, μόνο του ή μέσα στις αγέλες, όλη την προγενέστερη επιγενετική γνώση και εμπειρία του είδους του. Γνώση και εμπειρία που με το θάνατο του ζώου χάνεται και δε γίνεται γνώση του είδους αφού δεν ενσωματώνεται στο βιολογικά κληρονομούμενο ένστικτο. Η μόνη καθολική γνώση που μένει πάντα είναι εκείνη που υπαγορεύεται από το ένστικτο για την ικανοποίηση της άμεσης βιολογικής αναγκαιότητας.
Η βιολογία, η φυσιολογία και ο ψυχισμός των ζώων αντανακλά την παραγωγική τους δραστηριότητα η οποία, σε τελική ανάλυση, ταυτίζεται γενικά με την κατανάλωση των έτοιμων προϊόντων της φύσης και ειδικότερα με την αναπαραγωγή της βιολογικής ανάγκης και του είδους τους που υπακούν στους σιδερένιους νόμους του βιολογικού ενστίκτου.
Ο άνθρωπος, σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα ζώα και θηλαστικά, διαμέσου της δραστηριότητάς του, παράγει καθολικά και προς όλες τις κατευθύνσεις μονάχα όταν αυτή η δραστηριότητα δεν εξαρτάται από την ικανοποίηση των άμεσων βιολογικών του αναγκών και τούτο προϋποθέτει όχι την κατανάλωση των έτοιμων προϊόντων της Φύσης αλλά το μετασχηματισμό της.
Η παραγωγή του πρώτου υλικού αντικειμένου κατασκευασμένο από την πρακτική δραστηριότητα του πρωτόγονου ανθρώπου που ικανοποιεί την άμεση βιολογική αναγκαιότητα αποτελεί συνάμα και την πρώτη πράξη της Ιστορίας και αναγκαία προϋποθέτει την πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία.
Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως ο «άνθρωπος» ξύπνησε ως αυστραλοπίθηκος και κοιμήθηκε ως «σοφός άνθρωπος». Η βιολογική φύση αναπτύσσεται στην υλική ενότητά της με τις κοινωνικές σχέσεις αλλά η ενότητα προϋποθέτει τη διαφορά: ο πρωτόγονος κοινωνικός άνθρωπος αλλάζοντας και μετασχηματίζοντας την εξωτερική φύση, αλλάζει την εσωτερική του φύση, μετασχηματίζει την ανατομία, τη φυσιολογία και τη βιολογία του.
Η πρακτική δραστηριότητα του παραγωγικού μετασχηματισμού της Φύσης δεν παράγει μονάχα το υλικό αντικείμενο που ικανοποιεί μια συγκεκριμένη ανάγκη αλλά και τον ίδιο τον παραγωγό. Η ικανοποίηση της ανάγκης, η κατανάλωση του πραγματικού αντικειμένου της, παράγει μια νέα ανάγκη μετασχηματίζοντας την προηγούμενη (π.χ. άμεσα βιολογική) σε υποταγμένη στιγμή της ως διαλεκτικά ανηρμένη ανάγκη. Η βιολογία γίνεται κοινωνία.
Η ανθρώπινη συνείδηση και νόηση είναι αμέσως ιστορικό και κοινωνικό προϊόν και αποτέλεσμα της υλικής ενότητας και πάλης του ανθρώπου με τη Φύση, της ενότητας και πάλης του ανθρώπου με τις κοινωνικές του σχέσεις οι οποίες καθορίζονται από τις ιστορικές παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα από τις οποίες η Φύση μετασχηματίζεται και γίνεται Φύση για τον άνθρωπο, μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος δημιουργεί την ανθρώπινη ύπαρξή του ανθρωποποιώντας τη βιολογία του, μεταβάλλοντάς την. Ανθρωποποίηση που προκύπτει από την πράξη κοινωνικοποίησης του βιολογικού του σώματος.
Η ενότητα της Φύσης και της κοινωνίας συνίσταται στην υλικότητά τους αλλά ενότητα σημαίνει και διαφορά αφού η Φύση μέσω της συνειδητής σκοποθετούσας δραστηριότητας του ανθρώπου μετασχηματίζεται και υποτάσσεται στις κοινωνικές του ανάγκες, η ίδια η κοινωνία είναι η ιστορικά μετασχηματιζόμενη Φύση. Οι άμεσες βιολογικές ανάγκες, μετατρέπονται σε κοινωνικές χωρίς φυσικά οι πρώτες να παύουν να υπάρχουν αφού διατηρούνται σε μετασχηματισμένες ανάγκες, σε διαλεκτικά υποταγμένες στιγμές της αντιφατικής ανάπτυξης του ανθρώπου.
Δεν είναι λοιπόν ο αφηρημένος, εξωιστορικός βιολογικός εγκέφαλος που σαν computer «σκέφτεται και συνειδητοποιεί». Η πρακτική, ανθρώπινη δραστηριότητα, δεν υπάρχει εν κενώ μέσα σε έναν αφηρημένο και αυτοαναφορικό αντικειμενικό κόσμο, ούτε ο κόσμος των αντικειμένων είναι ο κόσμος της «καθαρής» συνείδησης.
Η ανθρώπινη συνείδηση δε βρίσκεται απλώς σε υλική ενότητα με τη δραστηριότητα του υποκειμένου αλλά είναι και το ιδεατό προϊόν της που αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο μέσα στον ιστορικά κοινωνικοποιημένο βιολογικό εγκέφαλο.
Οι έμφυτες βιολογικές ικανότητες του ανθρώπου μπορούν να υπάρξουν πραγματικά ως ικανότητες μονάχα αφομοιώνοντας τον κοινωνικό αντικειμενικό πλούτο. Η αφομοίωση του κοινωνικού πλούτου είναι όμως, ταυτόχρονα, η διαμεσολάβηση της πράξης δημιουργίας του.
Το ξεχωριστό άτομο, συνεπώς, γεννιέται ως ιδιαίτερη συμπύκνωση των κοινωνικών του σχέσεων στο βαθμό που τις υπερβαίνει διαλεκτικά για να επιβεβαιώσει την ανθρώπινη ζωή του.
Με άλλα λόγια, το ξεχωριστό άτομο είναι ένας ατομικός, προσωπικός τρόπος εκδήλωσης του καθολικού ανθρώπινου είδους και το καθολικό ανθρώπινο είδος δε μπορεί να είναι άλλο παρά ο καθολικός τρόπος εκδήλωσης του ξεχωριστού ατόμου.
Ένα παιδί όταν γεννιέται, γεννιέται χωρίς συνείδηση και χωρίς ψυχισμό. Γεννιέται ως φυσικό και βιολογικό άτομο και η ιστορία του μέχρις αυτού του σημείου είναι η ιστορία της βιολογίας και της φυσιολογίας του, ακριβώς όπως συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των ζώων παρόλη την εξαιρετικά διαφορετική βιολογική και φυσιολογική ποιότητα μεταξύ ζώου και νεογέννητου παιδιού.
Μονάχα και καθόσον η ιστορία του παιδιού γίνεται κοινωνική ιστορία το παιδί θα αναπτύξει συνείδηση και ψυχισμό, διότι μόνον τότε θα έχει παραγάγει μέσα στο κεφάλι του το είδος της συνείδησής του και το υποκειμενικό είδος του ψυχισμού του και σε ενότητα με αυτά ανθρωποποιεί τη βιολογία και τη φυσιολογία του.
Παρατηρούμε λοιπόν πως το οντογενετικό προτσές της ανθρώπινης ολότητας φέρει εντός του σε μετασχηματισμένη μορφή, όλη τη φυλογενετική ιστορία του ανθρώπινου είδους μέχρι σήμερα.
Αυτό το παιδί γίνεται ενήλικος και καταναλώνει ένα χάπι LSD. Από αυτή την πράξη συνεπάγεται πως είναι αρκετά πιθανό να αναπτύξει κάποιο ψυχωτικό σύνδρομο με ψευδαισθήσεις ή και με παραληρήματα. Θα αναπτύξει δηλαδή μια ψυχική διαταραχή και αυτό επειδή οι ενεργοί μεταβολίτες του χαπιού θα παρεμβληθούν σε κάποιες από τις λειτουργίες των νευρώνων του εγκεφάλου και σε αρκετές άλλες φυσικά στο υπόλοιπο σώμα του ενηλίκου. Αυτή η συγκεκριμένη διαπίστωση που είναι μια επιστημονική εμπειρική αλήθεια, είναι πάντα μια διαπίστωση αληθινή.
Αλλά αν θεωρούμε ή, ακόμα χειρότερα, θεωρητικοποιούμε πως η Κατάθλιψη ή ο Αλκοολισμός ή η Νευρική Ανορεξία ή ακόμα και αυτή η ίδια πρωταρχική πράξη του ενηλίκου να καταναλώσει το χάπι LSD, αποτελούν οργανικές ασθένειες του εγκεφάλου του, ένα «πράγμα καθ’ εαυτό», τότε θα πρέπει να μάς γεννάται αυτόματα και το ερώτημα: Για ποιόν ανθρώπινο εγκέφαλο κάνουμε λόγο; Για εκείνον τον «καθαρό» βιολογικό ή για εκείνον που είναι «μολυσμένος», που διαμεσολαβείται από τις κοινωνικές σχέσεις;
Ο πρώτος, σαν τέτοιος, δεν έχει υπάρξει ποτέ και οι κοινωνικές σχέσεις στον καπιταλισμό είναι, πραγματικά, σχέσεις χιμαιρικές.
Omnia Sunt Communia